21.02.2019

 

Συνέχεια από το άρθρο: ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ, ΣΥΝΤΡΟΦΕ (3): Χρυσή Αυγή, απ' τους Ναζί στους Νεο-Ναζί


Στο τέταρτο, από τα επτά, μέρη αυτού του αφφιερώματος, και αφού αναλύσαμε τον φασισμό και είδαμε εκτενώς τα παραδείγματα των Ναζί στη Γερμανία και της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα, θα προχωρήσουμε με τα επόμενα καίρια ερωτήματα: τι είναι το έθνος και τι ο εθνικισμός; Σχετίζεται άραγε με τον πατριωτισμό και με ποιον τρόπο; Υπάρχει σύνδεση των εννοιών αυτών με τον φασισμό; Γιατί οι φασίστες προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο ότι είναι εθνικιστές;

 

 


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ, ΣΥΝΤΡΟΦΕ (Μέρος 4ο):

Φασισμός, Εθνικισμός, Πατριωτισμός: συγκοινωνούντα δοχεία;



Όπως λεπτομερώς είδαμε παραπάνω, ο φασισμός δεν έχει καμία σχέση με το έθνος, τον λαό, την κοινωνική δικαιοσύνη ή την τιμωρία των «προδοτών πολιτικών», αλλά μάλλον πρόκειται για ένα παρακρατικό σύστημα διασυνδέσεων που σκοπό έχει να επιβάλλει την τρομοκρατία προς όφελος της κυρίαρχης οικονομικής τάξης όταν αυτή νιώθει ότι απειλείται. Ως σύστημα εξουσίας, όταν επικρατεί εμφανώς, έχει έντονα αυταρχικό χαρακτήρα, καταργεί τον κοινοβουλευτισμό, τη δημοκρατία και τα δικαιώματα (ατομικά ή συλλογικά) επιδιώκοντας τον ολοκληρωτισμό - αυτό ονομάζουμε άκρα δεξιά. Οι φασιστικές ομάδες επικοινωνούν με την ευρύτερη μάζα μέσω της προπαγάνδας και του ψεύδους προκειμένου να κερδίσουν μέλη και υποστηρικτές, και δεν διστάζουν να αρνηθούν τα πιστεύω ή τα μέλη τους αν αυτό εξυπηρετεί τον σκοπό τους. Πάντα οι φασιστικές ομάδες έχουν μεγάλη οικονομική στήριξη, καθώς επίσης και πολιτική, αστυνομική και δικαστική κάλυψη στις ενέργειές τους, οι οποίες περιλαμβάνουν βία και τρομοκρατία για όσους δεν είναι μαζί τους.

Το μεγαλύτερο ψεύδος των φασιστών, όπως και κάθε λογής πολιτικών που επιθυμούν να αποκτήσουν έρεισμα στην κοινή γνώμη, είναι ότι ασπάζονται τον εθνικισμό. Είδαμε με ποιο τρόπο στη χώρα μας η Χρυσή Αυγή, όταν αποφάσισε να βγει από το περιθώριο του παρακράτους και να αποκτήσει πολιτική δύναμη, το πρώτο που έκανε είναι να πει «Είμαστε Έλληνες Εθνικιστές» και να αποκρύψει τον φασιστικό της χαρακτήρα. Όμως, όπως είδαμε, η δράση των μελών της αλλά και των ομάδων και ανθρώπων που θαυμάζει όχι απλώς δεν είναι εθνοκεντρικά προσδιορισμένη αλλά έχει υπάρξει και καταστροφική για τη χώρα (τη δική μας, τη δική τους και κάθε άλλη). Ο λόγος γι' αυτό είναι προφανής: προσπαθεί να δείξει ένα εθνοκεντρικό προσωπείο, ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το έθνος και τα συμφέροντά του, και να απευθυνθεί στο συναίσθημα των ανθρώπων που ταυτίζονται με το έθνος τους. Αυτό προσποιούνται άλλωστε όλοι όσοι μετέχουν στην εξουσία. Μένει να αναλύσουμε τον λόγο που αυτή η επίκληση στο έθνος και το εθνικό συμφέρον αποτελεί κοινό τόπο για κάθε είδους προπαγανδιστή και να ορίσουμε τι είναι ο εθνικισμός.

 

 

Τι είναι εθνικισμός

 

Όπως αναφέρεται σε όλη τη σχετική βιβλίογραφία, ο εθνικισμός είναι μια ιδεολογία και αντίστοιχη κινητοποίηση που ξεκίνησε στις αρχές περίπου του 18ου αιώνα που πρεσβεύει ότι το κάθε έθνος οφείλει να οργανώνεται στο αντίστοιχο δικό του κράτος. Αυτό είναι το πρόταγμα του «έθνους-κράτους»: ένα έθνος σε ένα κράτος. Ο εθνικισμός είναι απότοκο μιας διαδικασίας κατακερματισμού των μεγάλων αυτοκρατοριών και της δημιουργίας κρατών, που ξεκίνησε πρωτίστως στην Ευρώπη και συνεχίστηκε σε άλλα μέρη του κόσμου. Η ιδέα πίσω από τον εθνικισμό είναι ότι, η καλύτερη διακυβέρνηση ενός λαού θα επιτευχθεί μέσω μιας εξουσίας που θα προέρχεται από το ίδιο το έθνος και, γι' αυτό τεκμαίρεται ότι, θα φροντίζει για τα συμφέροντά του. Με άλλα λόγια, επειδή και οι φορείς της εξουσίας θα ανήκουν στο έθνος, τα συμφέροντά του θα είναι και δικά τους. Με αυτό το σκεπτικό, το έθνος μετατρέπεται σε μια εννοιολογική ομπρέλα που ενοποιεί τον λαό και επιχειρεί να παρακάμψει τις όποιες αντιθέσεις υπάρχουν (ταξικές κατά κύριο λόγο, αλλά και εθνοτικές κλπ). Η οικονομία πίσω από τον εθνικισμό είναι η άνοδος της αστικής τάξης και η εκβιομηχάνιση, που χρειάζονταν ένα οργανωμένο και οριοθετημένο σύστημα οικονομικής διαχείρισης μέσω του κεντρικού κράτους καθώς και κεντρική φορολόγηση. Επίσης, χρειάζονταν κι ένα στοιχειωδώς εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό για να πλαισιώσει την ανερχόμενη βιομηχανία και το εμπόριο: η οργάνωση των τοπικών διαλέκτων σε μία ενιαία γλώσσα ήταν γι' αυτόν τον σκοπό απαραίτητη.

 

Ο εθνικισμός σήμερα θεωρείται ως κάτι το καταστροφικό επειδή έχει συνδεθεί με τον σοβινισμό, δηλαδή με την μισαλλοδοξία, ενώ άλλες φορές με τον φασισμό. Αν και η πρώτη ταύτιση έχει θεωρητική και ιστορική βάση, η δεύτερη (αυτή με τον φασισμό) μάλλον οφείλεται είτε σε λανθασμένη εννοιολόγηση είτε σε συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία που έχει γενικευτεί. Να διευκρινίσουμε λοιπόν τα εξής σημαντικά για τον εθνικισμό. Κατ' αρχάς, η εφαρμογή του εθνικισμού ξεκίνησε μέσα από τη λεγόμενη αυτοδιάθεση των λαών και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που ξεκίνησαν από τον 18ο αιώνα και οδήγησαν στη δημιουργία κρατών μέσα από τα κατακερματισμένα τότε φέουδα. Τέτοια κινήματα υπήρξαν και στον 20ο αιώνα και είχαν κυρίως αντιαποικιακό χαρακτήρα, πάντα μέσα από τη βασική τους διεκδίκηση δημιουργίας έθνους-κράτους (π.χ. Ινδία). Επειδή όμως σήμερα έχει χαραχτεί ένας χάρτης κρατών, και συνεπώς οποιαδήποτε τέτοια διεκδίκηση θίγει πλέον τα συμφέροντα κάποιου κράτους, ο εθνικισμός στις μέρες μας θεωρείται κάτι το αρνητικό και αποκαλείται αυτονομιστικός ή αποσχιστικός (κίνημα για την αυτονομία των Βάσκων, ανεξαρτησία της Σκωτίας, κ.ά.), ενώ υπάρχει και ο αλυτρωτικός (κράτους που διεκδικεί την επέκτασή του με βάση κάποια εθνική ιστορική αφήγηση). Άλλο τυπικό παράδειγμα εθνικισμού είναι ο Σιωνισμός, που διεκδίκησε (και πέτυχε) τη δημιουργία κράτους για το έθνος των Εβραίων. Συνεπώς, το αν θα δούμε τον εθνικισμό ως θετικό ή αρνητικό εξαρτάται από την εποχή στην οποία αναφέρεται, από τη θέση του κράτους που θίγεται, και πάντα από την πολιτική συγκυρία.

 

Από την άλλη, η ταύτιση του εθνικισμού με τον φασισμό και την έλλειψη δημοκρατίας είναι λανθασμένη. Ο εθνικισμός δεν αναφέρεται στον τρόπο διακυβέρνησης ούτε ορίζει τον τρόπο με τον οποίον θα συσταθεί το εθνικό κράτος, ούτε φυσικά στην ιδεολογία και τα χαρακτηριστικά της εξουσίας και του κράτους. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο μπορεί να εκφράσει εθνικιστικές ιδέες και βλέψεις ένας δημοκράτης, ένας μοναρχικός, ένας φιλελεύθερος ή ένας φασίστας χωρίς αυτό να αποτελεί αντίφαση. Τα προτάγματα πολιτικής διακυβέρνησης (δημοκρατίας, ολιγαρχίας κλπ) αφορούν τον τρόπο άσκησης της εξουσίας του κράτους, ενώ ο εθνικισμός αναφέρεται στην εθνική συγκρότηση αυτού, κι αυτή είναι μια δομική διαφορά: αναφέρονται σε διαφορετικά πράγματα. Και είναι πλείστα τα παραδείγματα χωρών ή κινημάτων που έχουν εκφράσει εθνικισμό (είτε ρητορικά είτε στην πράξη) ενώ ανήκουν το καθ' ένα σε διαφορετικό φάσμα του πολιτικού. Αλλά και στην πράξη, όπως είδαμε, ο φασισμός ειδικότερα έχει αποδειχτεί πως εξυπηρετεί ταξικά συμφέροντα κυρίαρχων οικονομικά ομάδων, και όχι εθνικά. Η ταύτιση αυτή στηρίζεται, νομίζω, στην επίκληση του έθνους από τον ιταλικό και γερμανικό φασισμό των μέσων του 20ού αιώνα, και είναι ως ένα βαθμό δικαιολογημένη. Όμως, αφενός δεν θα πρέπει να ταυτίσουμε δύο έννοιες επειδή συνυπήρξαν σε μία ιστορική συγκυρία. Αφετέρου, η συνύπαρξη αυτή ήταν προσχηματική καθώς δεν απέβλεπε στην ευημερία του έθνους ως συνόλου αλλά μόνον στην επίκλησή του προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα μιας (υπερεθνικής) οικονομικής ολιγαρχίας.

 

Το πρόταγμα και δημιούργημα του εθνικισμού, που είναι το εθνικό κράτος, αποτελείται από έθνος και κράτος που συνυπάρχουν σε μια πολιτική οντότητα. Από τη μία μεριά, το κράτος είναι η εξουσία και η διοίκηση, με άλλα λόγια ο ενιαίος και κεντρικός σχεδιασμός της κοινωνίας σε τομείς όπως η οικονομία, η νομοθεσία, η φορολογία, η εκπαίδευση, η αντιπροσώπευση και η ασφάλεια ( μονοπώλιο της άσκησης βίας). Το έθνος, από την άλλη, είναι μια πολιτισμική ομάδα, ένα σύνολο ανθρώπων που τους ενώνει κοινή ιστορία και πολιτισμική κληρονομιά, γλώσσα, παράδοση, ήθη και έθιμα, νοοτροπία, και συχνά θρησκεία. Το έθνος, ως κυρίαρχη ομάδα στην οποία εκ των πραγμάτων εντάσσεται κανείς, εγείρει συναισθήματα ταύτισης στα μέλη του ακόμη κι αν αυτά δεν ασπάζονται όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Οι συναισθηματικοί δεσμοί με την ομάδα είναι αυτοί που δημιουργούν την εθνική ταυτότητα· πιο σημαντική είναι η συνειδητότητα του ανήκειν σε αυτήν παρά τα επιμέρους χαρακτηριστικά του έθνους. Βλέπουμε, για παράδειγμα, ανθρώπους που κατάγονται από ένα έθνος να ταυτίζονται με αυτό κι ας έχουν γεννηθεί αλλού (διασπορά), ή μέλη ενός έθνους να είναι θρήσκοι ή άθεοι, κι όμως να νιώθουν την ίδια εθνική ταυτότητα.

 

Αυτή βέβαια η συνύπαρξη ενός έθνους σε ένα κράτος ισχύει σε θεωρητικό κυρίως επίπεδο. Στην πράξη εθνική ομοιογένεια απαντάται στη μειονότητα των εθνικών κρατών (και πάλι δεν είναι απόλυτη), ενώ στα περισσότερα κράτη υπάρχουν σημαντικές μειονότητες εντός ενός έθνους είτε περισσότερες από μία συμπαγείς εθνικές ομάδες: τα σύνορα που χάραξαν τα κράτη δεν μπορούν να ανταποκρίνονται στις πραγματικές προσμίξεις των λαών, και συχνά επεμβαίνουν και τις αλλοιώνουν (με εκπατρισμούς κλπ). Σε αυτή την πραγματικότητα στηρίζεται η ταύτιση του εθνικισμού με τη μισαλλοδοξία. Επειδή ο εθνικισμός αναγάγει το έθνος ως την κυρίαρχη και υπέρτατη αξία, και αξιώνει την ταύτιση έθνους και κράτους, είναι δεδομένο ότι αξιώνει κάτι το αδύνατον. Το πρόβλημα που συχνά δημιουργείται έχει να κάνει με το πως φέρεται το κράτος αλλά και οι πολίτες του στις μειονότητες, δεδομένου ότι η παρουσία τους καταρρίπτει την ίδια την αξίωση (ή φαντασίωση) της ύπαρξης ενός μόνο έθνους εντός του κράτους. Πολύ συχνά υφίστανται συνθήκες που τις οδηγούν στην εξαφάνιση (π.χ. δεν διδάσκεται η γλώσσα τους, απαγορεύονται τα έθιμά τους) και στην αφομοίωση στην κυρίαρχη ομάδα. Μια δικλείδα προστασίας τους είναι η αναγνώρισή τους με διεθνείς ή διακρατικές συνθήκες, αλλά και αυτό δεν τις εξασφαλίζει στην πράξη (π.χ. διώξεις του γηγενούς ελληνικού πληθυσμού στην Κωνσταντινούπολη που τελικώς γύρισαν στην Ελλάδα, αλλά και μουσουλμάνων της Κρήτης που "γύρισαν" στην Τουρκία μετά τη συνθήκη του 1923 και ουσιαστικά εκδιώχτηκαν στη Συρία).


Για να συνοψίσουμε: το εθνικό κράτος είναι μία κρατική οντότητα που (θέλει να) περιχαρακώνει ένα έθνος και νομιμοποιεί την ύπαρξή του στο όνομα αυτού. Κι αυτός είναι ένας βασικός λόγος που η εξουσία και κάθε λογής σφετεριστής και προπαγανδιστής παρουσιάζεται ως υπέρμαχος των συμφερόντων του έθνους: επειδή τα έθνη-κράτη που δημιουργήθηκαν και εξαπλώθηκαν σε όλον τον κόσμο από τον 17-18ο αιώνα και μετά ασκούν την εξουσία τους στο όνομα αυτού. Πριν από αυτή την εποχή, στον Μεσαίωνα για παράδειγμα, η εξουσία ασκούνταν στο όνομα του Θεού (Ελέω Θεού), οπότε εκεί η νομιμοποίηση έρχονταν μέσα από την πίστη - και την καλή σχέση με το Ιερατείο φυσικά. Βεβαίως, όσο ενδιαφέρονταν τότε για την πίστη τόσο ενδιαφέρονται και σήμερα για το έθνος. Με απλά λόγια, η εξουσία ενδιαφέρεται για τη διαιώνισή της και μόνο, και οι όποιες ιδέες, αξίες, θρησκείες, έθνη κλπ είναι απλώς χειραγωγήσιμες για ίδια οφέλη.

Ένας δεύτερος βασικός λόγος που η εξουσία υπεραμύνεται, ρητορικώς τουλάχιστον, των εθνικών συμφερόντων είναι η εθνική ταυτότητα, η ταύτιση των ανθρώπων με τον τόπο και την ομάδα τους. Πρόκειται για τη βάση του ίδιου του πατριωτισμού, της αγάπης για την πατρίδα. Το θέμα είναι αρκετά πολύπλοκο και το έχω αναλύσει διεξοδικά αλλού . Πολύ συνοπτικά μπορούμε να πούμε το εξής. Από τη στιγμή της γέννησης του ανθρώπου, λαμβάνουν χώρα ποικίλες ταυτίσεις με άτομα ή και αντικείμενα του οικείου περιβάλλοντος, μέσω των οποίων αρχίζει κανείς να διαμορφώνει την αντίληψη του εαυτού του. Μέσω αυτών των συνεχών ταυτίσεων και αποταυτίσεων διαμορφώνεται η ίδια η ταυτότητα του ατόμου (πρόκειται για μία συνεχής διαδικασία). Σε αυτή τη διαδικασία συμπεριλαμβάνονται και οι αρνητικές ταυτίσεις, δηλαδή η οριοθέτηση "του εχθρού", του "κακού" - διαδικασία που διαπιστώνουμε πόσο καθοριστική είναι και στις συλλογικές ταυτίσεις, η ύπαρξη δηλαδή της αντίπαλης ομάδας. Είναι γνωστό επίσης πως το πλαίσιο αναφοράς μέσα στο οποίο μεγαλώσαμε είναι πολύ σημαντικό καθώς περιλαμβάνει όσα αγαπήσαμε (και μισήσαμε), τις αναμνήσεις μας, τις καθοριστικές επιρροές μας. Μια τέτοια σημαντική ομάδα ταύτισης είναι και το έθνος. Οι άνθρωποι έδιναν και δίνουν πάντα μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά τους για τον τόπο τους, την ιδιαίτερή τους πατρίδα, και πάντα ρωτούν έναν ξένο για την ιδιαίτερη καταγωγή του («Από που 'σαι συ παιδάκι 'μ;») ως ένα ξεκίνημα της γνωριμίας τους. Ακόμη και σήμερα που το έθνος έχει οριστεί από τον εθνικισμό ως η κυρίαρχη ομάδα (και ταυτότητα), βλέπουμε ότι εντός του έθνους οι άνθρωποι ακόμη αναφέρονται στις εντοπιότητές τους. Αυτή η αγάπη, αυτή η ταυτότητα, είναι η ρίζα του πατριωτισμού. Γι' αυτό λοιπόν η επίλυση από μεριάς πολιτικών ομάδων-σφετεριστών των εθνικών ριζών, ταυτίσεων και συμφερόντων είναι μια προπαγανδιστική επίκληση στο θυμικό των ανθρώπων, στη ρίζα των συναισθημάτων και της ταυτότητας που διαμορφώνουν εκ γενετής. Η προπαγάνδα άλλωστε ποτέ δεν βασίζεται σε λογικά επιχειρήματα, αλλά στην εκμετάλλευση πηγαίων αναγκών των ανθρώπων, στην χειραγώγηση των συναισθημάτων τους.

 

 

Διαφορά εθνικισμού και πατριωτισμού

 

Άλλη μια παρερμηνεία που κυριαρχεί στον σύγχρονο πολιτικό λόγο είναι η ταύτιση εθνικισμού και πατριωτισμού. Αυτή η παρερμηνεία μάλιστα είναι επιτηδευμένη όταν προέρχεται από εθνικιστές: με τον ίδιο τρόπο και για παρόμοιο λόγο που οι φασίστες δηλώνουν εθνικιστές (για να προσποιηθούν ότι ενδιαφέρονται για την πατρίδα και το έθνος), έτσι και οι εθνικιστές δηλώνουν πατριώτες για να άρουν από πάνω τους τη "ρετσινιά" του ακραίου. Ο πατριωτισμός είναι, είπαμε, η αγάπη για την πατρίδα, η φροντίδα για το καλό της και για το καλό των συμπατριωτών. Ο εθνικισμός θα λέγαμε, τηρουμένων των αναλογιών, πως είναι η υπερβολική αγάπη για την πατρίδα, η άκριτη ταύτιση μαζί της η θεώρηση του έθνους ως της υπέρτατης αξίας, και του δικού μας έθνους ως του καλύτερου του κόσμου! Είναι δηλαδή μια ταύτιση που γίνεται συγκριτικά και φέρνει τη δική μας ομάδα/έθνος στην κορυφή των εθνών. Ο πατριώτης αγαπά την πατρίδα του και σέβεται τις πατρίδες όλου του κόσμου, ο εθνικιστής βλέπει μόνο την δική του. Αυτά σε επίπεδο ταύτισης και ψυχολογίας. Σε πολιτικό επίπεδο, ο πατριωτισμός δεν έχει εμπλοκή ή πολιτικό όραμα, δεν συνιστά ιδεολογία ή κίνημα για την κατάληψη ή τη διαχείριση της εξουσίας· είναι κυρίως ένα συναίσθημα. Αντιθέτως ο εθνικισμός προτάσσει την υπεροχή του έθνους, επιδιώκει την οριοθέτησή του στο δικό του κράτος, και μπορεί να εμπεριέχει αποσχιστικά ή επεκτατικά προτάγματα ή να καταπιέζει άλλες εθνικές ομάδες που βρίσκονται εντός των συνόρων του κράτους. (Περισσότερα για τον πατριωτισμό θα πούμε παρακάτω).


Όπως είπαμε, οι εθνικιστές επιδιώκουν να προβληθούν ως πατριώτες για να διώξουν από πάνω τους τους αρνητικούς συνειρμούς που αναπόφευκτα φέρει μαζί του ο εθνικισμός. Τι συμβαίνει όμως όταν οι αντιφασίστες ταυτίζουν τις τρεις έννοιες (φασισμό, εθνικισμό, πατριωτισμό) και τις χρησιμοποιούν εναλλάξ, όπως τελευταία παρατηρούμε πολύ έντονα; Πως εμφανίζεται το τραγελαφικό παράδοξο να συμφωνούν οι αντιφασίστες με την κεντρική προπαγάνδα της Χρυσής Αυγής και να επικροτούν τον εθνικισμό; Ποια παράξενα φαινόμενα εμφανίζονται στον δημόσιο πολιτικό λόγο όταν κανείς βρίζει την πατρίδα και δρα πατριωτικά;

 

 

 

 

Συνέχεια του άρθρου εδώ: ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ, ΣΥΝΤΡΟΦΕ (Μέρος 5ο): Όταν οι αντιφασίστες επικροτούν τον εθνικισμό

 

 

 

 

 

 

 

Σχόλια
Προσθήκη νέου
Γράψτε σχόλιο
Όνομα:
Email:
 
Website:
Τίτλος:
 
Please input the anti-spam code that you can read in the image.

3.25 Copyright (C) 2007 Alain Georgette / Copyright (C) 2006 Frantisek Hliva. All rights reserved."